Σάββατο, 30 Μαΐου 2015

ΔΑΚΡΥΣΕ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ!!!

Η Κωνσταντινούπολη
η Πόλις των Πόλεων έπεσε…


29η  Μαΐου 1453

H μέρα που γεννήθηκε χωρίς φως
και ΣΙΓΗΣΑΝ οι καμπάνες της Αγιάς Σοφιάς…


Λόγω της κατάμαυρης ημερομηνίας παρουσιάζω ένα ιστορικό κείμενο
που φωτίζει το εκρηκτικό σκηνικό της εποχής μεταξύ Ανατολής και Δύσης.
Που προηγήθηκε της πτώσης.

Οι Δυτικοί προπαγανδιστές ακόμη και με αισχρές συκοφαντίες
κατά του Πατριάρχη Γεννάδιου Σχολάριου επιχειρούσαν να εξουδετερώσουν
τον ορκισμένο αντίπαλο του Παπισμού.
Κατάφεραν (δυστυχώς) να παρασύρουν και κάποιους Έλληνες…
Όμως.
Ο μεγάλος Έλληνας ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος στο πολύτομο μνημειώδες έργο του…

«Ιστορία του Ελληνικού Έθνους»

ΑΝΕΤΡΕΨΕ ως ιστορικά αθεμελίωτες και ιδεολογικά κατευθυνόμενες τις επιθέσεις κατά του Γεννάδιου ξεσκεπάζοντας την παπική προπαγάνδα…

Ιδού το σπουδαίο κείμενο Μνήμης και Γνώσης:

Ἡ παρουσίαση τῶν θέσεων τοῦ πατριάρχου Γενναδίου Σχολαρίου γιά τήν ἅλωση τῆς Πόλης ἀπό τούς Τούρκους τό 1453 ἔχει μέγιστο ἱστορικό, ἐθνικό καί πνευματικό ἐνδιαφέρον, γιά πολλούς καί σημαντικούς λόγους. Ἐν πρώτοις διότι ἡ ζωή του συνεκτυλίσσεται μαζί μέ τίς τελευταῖες δραματικές δεκαετίες τῆς βασιλεύουσας καί τίς πρῶτες τῆς ἄδοξης δουλείας καί ὑποταγῆς της στόν βάρβαρο καί ἀλλόθρησκο κατακτητή. Καί τό σημαντικότερο, διότι δέν εἶναι ἁπλός θεατής τῶν δρωμένων, ἕνας ἀπό τούς πολλούς πού ἁπλῶς ὑφίστανται παθητικά τίς τροπές τῶν καιρῶν καί τῶν χρόνων, ἀλλά ἕνας ἀπό τούς ὀλίγους πού ἐνεργητικά ἔλαβαν μέρος καί συνδιαμόρ­φωσαν τίς ἱστορικές συνθῆκες, κάτω ἀπό τίς ὁποῖες πορεύθηκε ἡ Ρωμιοσύνη κατά τά κρίσιμα ἔτη πρίν ἀπό τήν ἅλωση καί μετά ἀπό αὐτήν. Κατηύθυνε ὁ ἴδιος καί προσδιόρισε σέ μεγάλο βαθμό τίς τύχες τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἡ ἀποφασιστική μάλιστα αὐτή συμμετοχή του στήν χάραξη τῆς ἱστορικῆς πορείας τοῦ Γένους, μέ τήν ὁποία ἀκύρωσε τά καταστροφικά σχέδια ἄλλων ἰσχυρῶν δυνάμεων, προκάλεσε, ὅπως συμβαίνει συνήθως, τήν ἰσχυρή τους ἀντίδραση, ἡ ὁποία, ἐν ὅσω ζοῦσε ἀκόμη, ἐκδηλώθηκε ὡς προσπάθεια δυσφημήσεως καί ἀπομο­νώσεως, μετά δέ τόν θάνατό του ὡς προσπάθεια κακοποιήσεως καί συγχύσεως τῶν ἱστορικῶν πληροφοριῶν, πού ἔφθασε μέχρι καί τήν νόθευση τῶν συγγραμμάτων του, ὥστε νά πληγεῖ ἡ ὑστεροφημία του καί νά παύσει νά ἀποτελεῖ ἀξιόπιστο μάρτυρα καί ἐκφραστή τῆς ἱστορικῆς συνειδήσεως τῆς Ρωμιοσύνης.

Ὁ πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος μαζί μέ ὀλίγους ἄλλους Ἐκκλησιαστικούς ἡγέτας τοῦ 15ου αἰῶνος μέ προφητική δύναμη καί ἐνόραση, διεῖδαν, ὅτι κίνδυνος γιά τήν αὐτοκρατορία δέν ἦσαν μόνον ἀπό τήν ἀνατολή οἱ Τοῦρκοι, ἀλλά καί ἀπό τήν Δύση οἱ Φράγκοι ὑπό τόν πάπα, καί ὅτι ἐν μέσω τῶν δύο αὐτῶν κινδύνων ἔπρεπε τό Γένος νά πορευθεῖ μέ πολλή προσοχή. ὁ κίνδυνος τῶν Τούρκων ἦταν καθημερινή ἀγωνία, ante portas, πρό τῶν θυρῶν, ἀλλά καί ὁ κίνδυνος ἀπό τήν Δύση δέν ἦταν ὑποθετικός, ἀλλά βιωθεῖσα καί βιουμένη πραγματικότης. Ὅσοι συνιστοῦσαν ἐπαγρύπνηση καί ἀπέναντι τῶν Δυτικῶν δέν ἐκινοῦντο ἀπό θρησκευτική μισαλ­λοδοξία, ἀλλά ἀπό ἐκτίμηση τῶν ἱστορικῶν δεδομένων τοῦ παρελθόντος καί ἀπό τήν θλιβερή ἐμπειρία τοῦ παρόντος. ἡ ἀποδυνάμωση καί ἡ ἐξασθένηση τῆς αὐτοκρατορίας, ὥστε νά ἀποτελεῖ εὔκολη λεία γιά τούς Τούρκους, σύμφωνα μέ κοινή ἐκτίμηση τῶν ἱστορικῶν, ὀφείλεται στίς περίφημες σταυροφορίες, τίς ὁποῖες ὑπό τήν ἔμπνευση καί καθοδήγηση τῶν παπῶν διεξήγαγαν οἱ ἡγεμόνες τῆς Δύσεως.
Ὑπό τό πρόσχημα θρησκευτικῶν στόχων ὀργανώθηκαν κατακτητικές ἐκστρα­τεῖες, οἱ ὁποῖες ἀπό τό σῶμα τῆς Ρωμιοσύνης δημιούργησαν φραγκικά κρατίδια στόν νησιωτικό καί ἠπειρωτικό χῶρο καί τεράστια οἰκονομικά καί ἐμπορικά ὀφέλη, μέ ἀποκορύφωμα τήν πρώτη ἅλωση τῆς Κωσνταντινουπόλεως ἀπό τούς Φράγκους τό 1204. Ἀπαλλάχθηκε βέβαια ἡ βασιλεύουσα ἀπό τήν σκληρή ξενική κατοχή τῶν Λατινο-φράγκων μετά ἀπό ἑξῆντα ἔτη (1261), κολοβωμένη ὅμως τώρα καί κουτσου­ρεμένη, χωρίς ἐπαρκή ἐνδοχώρα, ἀφοῦ ἐξακολούθησαν οἱ Φράγκοι νά κατέχουν τίς ἄλλες περιοχές ἔμοιαζε ὡς κεφαλή χωρίς σῶμα. Ἐπί πλέον διαπιστώθηκαν τώρα καί οἱ προθέσεις τῶν ἀδελφῶν Χριστιανῶν τῆς Δύσεως. Τά μέτρα τῶν νέων λατινικῶν ἀρχῶν δέν περιορίσθηκαν στήν ὀργάνωση τῆς διοικήσεως μόνο, ἀλλά καί στήν πολιτιστική καί θρησκευτική ἀφομοίωση τῶν Ὀρθοδόξων, σέ πλήρη δηλαδή ἐκλα­τινισμό, ὁ ὁποῖος μάλιστα ἐπιβαλλόταν διά τῆς βίας. ἀκόμη καί σήμερα πολλοί Ἕλ­ληνες «καθολικοί», τῶν Κυκλάδων κυρίως, εἶναι καρποί αὐτῆς τῆς φραγκικῆς κα­τακτήσεως.

Ἔχουν γραφῆ πολλά γιά τά ἰδεολογικά καί  πολιτικά ρεύματα πού κυριάρχησαν στήν ἀνατολή κατά τόν 15ο αἰῶνα, πρίν ἀπό τήν ἅλωση, καί γιά τά πρόσωπα πού ἐτέθησαν ἐπί κεφαλῆς τῶν ἀντιπάλων παρατάξεων. Βασικῶς διαμορφώθηκαν δύο ὁμάδες. ἡ ὁμάδα μέ ἡγέτη τόν Βησσαρίωνα, ὁ ὁποῖος τελικῶς ἐνσωματώθηκε πλήρως στόν παπισμό καί ἔγινε καρδινάλιος, πρότεινε τήν συμμαχία μέ τήν Δύση πρός ἀπόκρουση τοῦ τουρκικοῦ κινδύνου. ἐπηρέασε ἀποφασιστικά τόν αὐτοκράτορα Ἰωάννη Η’ Παλαιολόγο, πού ἀγωνιοῦσε γιά τήν τύχη τῆς αὐτοκρατορίας, καί τόν παρέσυρε στήν ταπεινωτική ὑπογραφή τοῦ ἑνωτικοῦ ὅρου τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439), δεκατέσσερα μόλις χρόνια πρίν ἀπό τήν ἅλωση. Ἡ ἄλλη ὁμάδα, μέ ἡγέτη τόν Ἅγιο Μάρκο ἐφέσου τόν Εὐγενικό, ἀγωνιζόταν νά ἀποτρέψει τήν ἕνωση μέ τόν Παπισμό καί ἐπηρέαζε τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ κλήρου καί τοῦ λαοῦ. ἤθελε τό Ἔθνος νά διασώσει πρό παντός τήν πολιτιστική του ὀντότητα καί αὐτοσυνειδησία, γιατί ἐγνώριζε τήν ἀναμφισβήτητη ἱστορική ἀλήθεια, ὅτι τά ἔθνη χάνονται, ὄχι ὅταν χάσουν τήν κρατική τους ὀντότητα, ἀλλά ὅταν χάσουν τήν πολιτιστική τους ταυτότητα, τήν ψυχή τους. Ἐφ” ὅσον ἡ ὁποιαδήποτε βοήθεια τῆς Δύσεως στίς διπλωματικές διαπραγματεύσεις προϋπέθετε τόν ἐκλατινισμό τῶν Ὀρθοδόξων, ἔπρεπε τό Ἔθνος νά στηριχθεῖ στίς δικές του δυνάμεις. Καί μολονότι προέβλεπαν ὡς ἀναπότρεπτη τήν ὑποταγή στούς ἀλλοθρήσκους, πίστευαν ὅτι θά ἐδημιουργοῦντο οἱ συνθῆκες τῆς ἀναβιώσεως, τῆς παλιγγενεσίας.

Ὑπό τό πρόσχημα τῆς βοηθείας οἱ Δυτικοί οὐσιαστικῶς θά κατακτοῦσαν καί πάλι τήν Κωνσταντινούπολη. Κατάκτηση καί ἡ μία κατάκτηση καί ἡ ἄλλη. στήν ὑπό τούς Τούρκους ὅμως κατάκτηση θά παρέμενε τό πλεονέκτημα τῆς ἐθνικῆς ἀξιο­πρεπείας, τό ὅτι δηλαδή τό Ἔθνος δέν ἐπρόδιδε οἰκειοθελῶς τίς παραδόσεις του, δέν θυσίαζε τήν Ὀρθοδοξία, ἡ ὁποία ἀποτελοῦσε τό οὐσιαστικώτερο στοιχεῖο τῆς ἐθνικῆς του ταυτότητος. Καί ἐπί πλέον ἡ μεγάλη πολιτιστική ὑπεροχή ἔναντι τῶν Τούρκων καί τό παντελῶς ἀνόμοιο τοῦ θρησκεύματος ἀποτελοῦσαν δυσμενεῖς παράγοντες γιά τόν πλήρη ἐξισλαμισμό, ἐνῶ ἀντίθετα μέ τούς ὁμοπίστους Φράγκους ὁ ἐκλατινισμός ἦταν εὐκολώτερος. Αὐτό ἐξέφρασε μέ ἁπλό ἀλλά ἀπόλυτα πειστικό τρόπο, μετά ἀπό τρεῖς αἰῶνες, ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ἀγωνιζόμενος νά διασώσει τήν πολιτιστική αὐτοσυνειδησία καί τό αἴσθημα ὑπεροχῆς τῶν ὑποδούλων ἔναντι τῶν ἀλλοθρήσκων κατακτητῶν: «Ὕστερα τό ἐσήκωσεν ὁ Θεός τό βασίλειον ἀπό τούς Χριστιανούς καί ἤφερε τόν Τοῦρκο μέσα ἀπό τήν ἀνατολήν καί τοῦ τό ἔδωκε διά ἐδικόν μας καλόν… Καί τί; Ἄξιος ἦτον ὁ Τοῦρκος νά ἔχη βασίλειον; Ἀλλά ὁ Θεός τοῦ τό ἔδωκε διά τό καλόν μας. Καί διατί δέν ἤφερεν ὁ Θεός ἄλλον βασιλέα, ὅπου ἦτον τόσα ρηγάτα ἐδῶ κοντά νά τούς τό δώση, μόνον ἤφερε τόν Τοῦρκον μέσαθε ἀπό τήν Κόκκινην Μηλιά καί τοῦ τό ἐχάρισε; Διατί ἤξευρεν ὁ Θεός πω τά ἄλλα ρηγάτα μᾶς βλάπτουν εἰς τήν πίστιν καί ὁ Τοῦρκος δέν μᾶς βλάπτει, ἄσπρα δωσ” του καί καταβαλλίκευσέ τον ἀπό τόν κεφάλι. Καί διά νά μήν κολασθοῦμεν τό ἔδωκε τοῦ Τούρκου καί τόν ἔχει ὁ Θεός τόν Τοῦρκον ὡσάν σκύλον νά μᾶς φυλάη».

Κατά τίς ἐκτιμήσεις ἄλλωστε αὐτῆς τῆς ὁμάδος, οἱ ὁποῖες κρίνονται ἱστορικῶς ὡς ὀρθές, ἀκόμη καί ἄν θυσιαζόταν ἡ Ὀρθοδοξία καί ἀποφάσιζε ἡ ἡγεσία ὅτι ἦταν προτιμώτερος ὁ ἐκλατινισμός ἀπό τόν ἐξισλαμισμό, καί τότε ἀκόμη θά ἐπρόκειτο περί ἀνωφελοῦς θυσίας. οἱ Δυτικοί δέν ἠμποροῦσαν νά ἀντιπαραταχθοῦν πρός τούς Τούρκους ἀποτελεσματικά καί νά τούς νικήσουν, λόγω τῶν μεταξύ τους διαφορῶν καί διενέξεων. Αὐτό φάνηκε καί στή μάχη τῆς Νικοπόλεως τοῦ 1396 καί στή μάχη τῆς Βάρνας τό 1444, ἑπτά μόλις χρόνια πρίν ἀπό τήν ἅλωση. Στήν πρώτη ἦττα τῆς Νικοπόλεως ἀναφερόμενος ὁ Ἰωσήφ Βρυέννιος προβαίνει σέ θλιβερές διαπιστώσεις γιά τό ἀξιόμαχο τῶν Δυτικῶν, τό ὁποῖο εὑρίσκει πολύ κατώτερο ἀπό τίς δυνατότητες τῆς ἐξασθενημένης καί κατακερματισμένης ἀνατολικῆς αὐτοκρατορίας: «Ἡμεῖς, γράφει, τόσα ἔτη πολιορκούμενοι στέργομεν ἔτι. ὑμεῖς δέ μετά πάσης ὑμῶν τῆς παρατάξεως καί μεθ” ὅσης τῶν ὅπλων παρασκευῆς ἅπαξ τοῖς ἀγαρηνοῖς ἐπιόντες κατά κράτος ἠττήθητε». Ἡ θέση αὐτή ἐπιβεβαιώνει τήν ἀναντίρρητη ἐπίσης ἱστορική ἀλήθεια καί ἐκτίμηση ὅτι τό Βυζάντιο, ἐκτός ἀπό τήν ἄλλη πολύτιμη καί πολύπλευρη προσφορά του, στάθηκε γιά περισσότερα ἀπό χίλια χρόνια ὁ προμαχώνας, τό κάστρο, πάνω στό ὁποῖο ἀναχαιτίζονταν ὅλες οἱ ἀπό ἀνατολῆς ἐπιθέσεις τῶν ἀσιατικῶν λαῶν. Ἄν αὐτός ὁ προμαχώνας ἀπουσίαζε, καί τούς βαρβάρους τοῦ Βορρᾶ διαδέχονταν στήν Δύση οἱ βάρβαροι τῆς ἀνατολῆς, ἡ εἰκόνα τοῦ δυτικοῦ κόσμου, ἡ εἰκόνα τῆς ἀνθρωπότητος θά ἦταν σήμερα τελείως διαφορετική.

Στήν ὁμάδα λοιπόν τοῦ ἁγίου Μάρκου Εὐγενικοῦ ἀνήκει ὁ Γεννάδιος Σχολάριος, ὄχι ὡς ἕνας ἁπλός ὀπαδός ἤ σημαντικό μέλος. Εἶναι ἡ ἐνσάρκωση τοῦ ἰδίου τοῦ Εὐγενικοῦ, ἡ ἀπαράλλακτη εἰκόνα του. γι” αὐτό καί τόν ἐπέλεξε ἐπισήμως λίγο πρίν ἀποθάνει ὡς συνεχιστή τῶν ἀγώνων του. Πίστευε μάλιστα, καί δικαιώθηκε, ὅτι ὁ Γεννάδιος θά διεξήγαγε ἐπιτυχέστερα τόν ἀγώνα, λόγω τῶν πολλῶν καί ἀναμφι­σβητήτων προσόντων του, τῆς μεγάλης πολιτικῆς καί διοικητικῆς ἐμπειρίας, καί τῆς δυνατότητος νά ἐπηρεάζει τόν αὐτοκράτορα, ὡς ἀνώτατος κρατικός ἀξιωματοῦχος καί σύμβουλος.

Ὑπῆρξεν εὐτυχῶς κατ” αὐτήν τήν κρίσιμη περίοδο τριάδα σπουδαίων προσώπων, πού συνδέονται κατά σειρά μεταξύ τους μέ σχέση μαθητοῦ καί δασκάλου. ὁ Ἰωσήφ Βρυέννιος, ὁ Μάρκος Εὐγενικός καί ὁ Γεννάδιος Σχολάριος. Καί οἱ τρεῖς συνεχίζουν τήν ἔναντι τῆς Δύσεως στάση τοῦ Μεγάλου Φωτίου καί τοῦ Ἁγίου Γρηγο­ρίου τοῦ Παλαμᾶ, τήν διδασκαλία τοῦ ὁποίου ἑρμήνευσαν καί ἀνέπτυξαν. Ἀποτελοῦν τούς τρεῖς νέους διδασκάλους καί ὑπερμάχους τῆς Ὀρθοδοξίας στούς ἔσχατους τῆς αὐτοκρατορίας καιρούς. Ὁ «διδάσκαλος Ἰωσήφ», ὅπως τόν ἀποκαλοῦσαν, κατε­νόησε τόν κίνδυνο ἀπό τόν Παπισμό καί μέ πολλή δύναμη τόν ἐξέφρασε. ὁ Ἅγιος Μάρκος, μόνος καί ἀβοήθητος, ἀντιπαρατάχθηκε κατά τήν διάρκεια τῆς συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας πρός τήν «ἐπηρμένην ὀφρύν τῶν Δυτικῶν», κατά τήν ἔκφραση τοῦ Μ. Βασιλείου, ὁ ὁποῖος πολύ ἐνωρίς διεπίστωσε τίς αὐταρχικές καί ἀντισυνοδικές διαθέσεις στό πρόσωπο τοῦ πάπα Δαμάσου. Καί ὁ Γεννάδιος Σχολάριος μέ τούς σθεναρούς καί ἐπίμονους ἀγῶνες του κατέστησε στήν πράξη ἀνεφάρμοστο τόν Ἑνωτικό ὅρο τῆς συνόδου, ἐπηρεάζοντας τόν αὐτοκράτορα Ἰωάννη Παλαιολόγο καί ἐκφράζοντας τήν συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ «ἕνωση» ἐπεβλήθη ἐκ τῶν ἄνω καί εἶχε κίνητρα πολιτικά, τελείως ξένα πρός τόν πνευματικό στόχο τῆς ἀληθινῆς εἰρήνης καί τῆς ἀληθινῆς Ἑνώσεως. Γι” αὐτό καί ἀνετράπη ἐκ τῶν κάτω καί εἶναι πλέον, ὅπως παρατηρεῖ ὁ K. Heussi, ἕνα ἁπλό χαρτί. Οἱ ὀρθόδοξοι, λόγω τῆ κατεπείγουσας καί ἀγωνιώδους ἀνάγκης νά λάβουν βοήθεια, σύρθηκαν σέ μία σύνοδο ἀσυνήθους διαδικασίας καί διαρκείας, ὑποχώρη­σαν σέ ὅλες τίς ἀπαιτήσεις τῶν Παπικῶν, καί προσέφεραν στόν Παπισμό ἀνεκτίμητη βοήθεια καί ἀναγνώριση, χωρίς νά λάβουν τά συμφωνηθέντα ἀνταλλάγματα. ἐνίσχυσαν ἐν πρώτοις μέ τήν συμμετοχή τους τό κῦρος τοῦ πάπα Εὐγενίου τοῦ Δ’, τόν ὁποῖο ἡ μεταρρυθμιστική σύνοδος τῆς Βασιλείας εἶχε καθαρέσει, καί συνετέ­λεσαν ἔτσι στή διάλυση αὐτῆς τῆς συνόδου, ἀλλά καί στή διάλυση τῶν ἐλπίδων γιά ἐκδημοκρατισμό τῆς ἀπολυταρχικῆς μοναρχίας τοῦ πάπα. Νομιμοποίησαν κατόπιν μέ ἀπόφαση «οἰκουμενικῆς» συνόδου τίς ἐπιδιώξεις τῶν παπῶν, περί πρωτείου καί κυριαρχίας ἐπί τῆς καθόλου Ἐκκλησίας. Κυρίως ὅμως πρόσφεραν στόν Παπισμό τήν βάση, πάνω στήν ὁποία στηρίχθηκαν οἱ σύνοδοι τοῦ Τριδέντου (1545-1563) καί ἡ Α’ Βατικανή (1870) γιά τήν δογματοποίηση τοῦ πρωτείου καί τοῦ ἀλαθήτου τοῦ πάπα. Αὐτό πού ἐπί αἰῶνες ἐπεδίωκε νά ἐπιτύχει ὁ Παπισμός μέ συστηματική νόθευση κειμένων, τό προσέφεραν οἱ ὀρθόδοξοι στήν ψευδοσύνοδο τῆς Φλωρεντίας.

Αὐτήν λοιπόν τήν μεγάλη προσφορά πρός τόν Παπισμό ἀγωνίσθηκαν καί ἐπέτυχαν νά ἀκυρώσουν ὁ Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός καί ὁ Γεννάδιος Σχολάριος. Εἶναι γνωστή ἡ φράση τοῦ πάπα Εὐγενίου Δ’, ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι ὁ ἐφέσου δέν ὑπέγραψε τήν ἕνωση. «λοιπόν ἐποιήσαμεν οὐδέν». Τήν εὐθύνη στή συνέχεια γιά τήν μή ἐφαρμογή τοῦ ὅρου ἀνέλαβε ὁ Γεννάδιος Σχολάριος, ἀντιπαραταχθείς ἐπί ἔτη μέ τήν παπική θεολογία. Μετά τόν Μέγα Φώτιο, τόν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ καί τόν Ἅγιο Μάρκο Ἐφέσου δέν ὑπάρχει στήν ἀνατολή ἄλλος θεολόγος πού νά ἀποδυ­νάμωσε τήν παπική θεολογία καί νά ἐζημίωσε τόν Παπισμό τόσο ὅσο ὁ Σχολάριος. Γι” αὐτό καί ἐπλήρωσε πολύ ἀκριβά αὐτήν τήν προσφορά πρός τήν Ὀρθοδοξία. ἔγινε στόχος σχεδιασμένης καί ἀποτελεσματικῆς κακοποίησης καί συκοφάντησης ἐκ μέρους τῆς παπικῆς καί φιλοπαπικῆς ἱστοριογραφίας καί γραμματείας, ὥστε νά ἀκυρωθοῦν στό διηνεκές οἱ ἐναντίον τοῦ Παπισμοῦ ἀγῶνες του. Θά ἀφήσουμε τά ὅσα μυθώδη καί ἀνιστόρητα σχεδιάσθηκαν καί γράφτηκαν γιά τόν δῆθεν ἀρχικό λατινισμό καί φιλενωτισμό του καί τήν δῆθεν σύγκρουση καί ἀντίθεσή του μέ τόν Ἅγιο Μάρκο τόν Εὐγενικό, πού δυστυχῶς περνοῦν καί μέχρι σήμερα στή δική μας θεολογική καί ἱστορική γραμματεία, ἀκόμη καί στά σχολικά ἐγχειρίδια, καί θά περιορισθοῦμε στήν κακοποίηση τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας, σχετικά μέ τά ὅσα ἔπραξε ἤ παρέλειψε νά πράξει κατά τήν περίοδο πρό τῆς ἁλώσεως, ἀλλά καί κατά τήν ἅλωση.

2. Προκατειλημμένη ἡ ἱστορική ἔρευνα

Οἱ ἱστορικοί τῆς ἁλώσεως σχεδόν στό σύνολό τους δέν μᾶς δίνουν πληροφορίες γιά τόν Γεννάδιο Σχολάριο. Μοναδική ἐξαίρεση ὁ λιτανόφρων Δούκας, ὁ ὁποῖος ἐπί ἀρκετά ἔτη λείπει ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη. παρακολουθεῖ ἀπό μακρυά τήν ἀγωνία της καί ἐν ἀσφαλεία, ὡς γραμματεύς ἤ πολιτικός σύμβουλος τοῦ Γενουάτη Giovanni Αdurno, τῆς οἰκογενείας τῶν Γατελούζων, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ὑπό τήν κατοχή τους τήν Λέσβο καί τά ἀπέναντι μικρασιατικά παράλια. Ἐκφράζει λοιπόν τίς θέσεις τοῦ φραγκολατινικοῦ περιβάλλοντος, οἱ ὁποῖες ἦσαν ἐναντίον τῶν ἀγώνων τοῦ Σχολαρίου γιά τήν ἀποτροπή τῆς Ἑνώσεως. Δέν γνωρίζει ἐκ τοῦ σύνεγγυς τίς ἀπόψεις ἀλλά καί τίς ἐνέργειες τοῦ Σχολαρίου γιά τήν σωτηρία τῆς Πόλεως καί τόν κατηγορεῖ γιά παθητική ἀντίσταση ἔναντι τῶν Τούρκων καί γιά ἐπηρεασμό τοῦ «χυδαίου καί ἀγοραίου» ὄχλου, ὅπως λέγει, ὥστε νά μήν ἀγωνισθεῖ ἐναντίον τῶν Τούρκων ἀλλά νά περιμένει μόνον ἀπό τόν Θεό καί τήν Θεοτόκο τήν σωτηρία τους. Αὐτό ὅμως ἀπό πουθενά δέν προκύπτει, οὔτε ἀπό τό γραπτό κείμενο πού ἐθυρο­κόλλησε ὁ Γεννάδιος στήν πόρτα τοῦ κελλιοῦ του, στό ὁποῖο ἀναφέρεται ὁ Δούκας. ἀντίθετα ἦταν ἀπό τούς λίγους πού συνεβούλευε καί ἔπραττε τό πᾶν, ὅπως θά δοῦμε, γιά νά σωθεῖ ἡ Πόλη καί νά ἀποφευχθοῦν ἡ αἰχμαλωσία καί ἡ καταστροφή.

Αὐτή λοιπόν ἡ μοναδική καί ὄχι ἀξιόπιστη πληροφορία τοῦ λατινόφρονος Δούκα ἔγινε σημαία στά χέρια δυτικῶν ἱστοριογράφων, εὐτυχῶς ὄχι ὅλων, καί υἱοθετήθηκε ἀπό μαρξιστές ἱστορικούς, ὅπως ὁ Γιάννης Κορδάτος, μέ στόχο νά δυσφημισθουν οἱ φανατικοί καλόγεροι καί ἡ Ἐκκλησία, καί νά τούς ἐπιρριφθεῖ ἡ εὐθύνη γιά τήν ἅλωση. Δυστυχῶς υἱοθετήθηκε καί ἀπό ἀπρόσεκτους νεώτερους Ἕλληνες ἐρευνητές, οἱ ὁποῖοι δέν βασάνισαν τίς πηγές καί τίς πληροφορίες, οὔτε ἔψαξαν νά βροῦν καί νά διασταυρώσουν ἄλλες, μέ συνέπεια αὐτή ἡ εἰκόνα τοῦ προδότη καί τουρκόφιλου Γενναδίου Σχολαρίου, ὅπως τόλμησε νά τόν ἀποκαλέσει ὁ κατά τά ἄλλα ἀείμνηστος καθηγητής Κωνσταντῖνος Μπόνης, ὁ ὁποῖος μάλιστα ἐκπλήσσεται καί ἀπορεῖ πώς δέν ἐνεκλήθη εἰσέτι ὁ Γεννάδιος ἐπί δοσιλογισμῶ, αὐτή λοιπόν ἡ εἰκόνα σχεδόν κυριαρχεῖ στήν νεώτερη Ἑλληνική βιβλιογραφία, καί ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ μελέτη αὐτή τοῦ Μπόνη, εἰδικοῦ γραμματολόγου, πανεπιστημιακοῦ δασκάλου καί ἀκα­δημαϊκοῦ, δημοσιευμένη καί στήν γνωστή «Θρησκευτική καί ἠθική ἐγκυκλοπαίδεια» ἀποτελεῖ τό πρῶτο χρηστικό καί ἔγκυρο βοήθημα γιά ὁποιονδήποτε θελήσει νά ἀντλήσει πληροφορίες γιά τόν Γεννάδιο Σχολάριο. ἀκόμη καί ὁ Παναγιώτης Κανελλόπουλος στό ἱστορικό του μυθιστόρημα «Γεννήθηκα στό 1402» ἀποδέχθηκε τίς ἀφελεῖς αὐτές μυθοπλασίες καί γράφει ὅτι ὁ Γεννάδιος κατά τήν ἅλωση σωπαίνει ἤ ἡσυχάζει σέ κάποιο μοναστήρι ἤ τόν προστατεύει κάποιος Τοῦρκος ἔξω ἀπό τά τείχη τῆς Πόλεως καί ὅτι ὁ ρόλος του κατά τήν ἅλωση ἦταν σκοτεινός.

Εὐτυχῶς δέν παρασύρθηκε τό σύνολο τῆς νεώτερης Ἑλληνικῆς ἱστοριογραφίας ἀπό τίς προκατειλημμένες καί ὁμολογιακές θέσεις τῶν δυτικῶν ἱστοριογράφων. Ἔτσι τίς ἱστορικά ἀθεμελίωτες καί ἰδεολογικά ἤ ὁμολογιακά κατευθυνόμενες θέσεις ἀνήρεσε μέ ἰδιαίτερη ἱστορική πραγματεία ὁ Κωνσταντῖνος Παπαρρηγόπουλος πού εἶναι καταχωρισμένη στήν πολύτομη ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Ὁ ἐπιφανής ἐπίσης βυζαντινολόγος γραμματολόγος ἀείμνηστος καθηγητής Νικόλαος Τωμαδά­κης σέ εἰδική μελέτη του γιά τίς πολιτικές ἀντιλήψεις τοῦ Γενναδίου ἀναφέρεται σέ δύο ἄρθρα-μελέτες πού γράφτηκαν τό 1954, μέ ἀφορμή τή συμπλήρωση 500 ἐτῶν ἀπό τήν ἅλωση τῆς Πόλης. Λέγει ὅτι δέν ἀξίζει νά ἀσχοληθεῖ κανείς μέ τόν Γιάννη Κορδάτο γιατί διαστρέφει τήν ἱστορία, ὥστε νά συμφωνεῖ μέ τήν ἰδεολογική γραμμή του. ἐπαινεῖ τό ἄρθρο τοῦ Θεοδοσίου Νικολάου πού δημοσιεύθηκε στήν «Κιβωτό» των Κόντογλου καί Μουστάκη γιατί ἀποπνέει τό ἄρωμα τῆς ὀφειλομένης εὐλάβειας πρός μία προσωπικότητα, ὅπως αὐτή τοῦ Γενναδίου, καί ἐπικρίνει τήν μνημο­νευθεῖσα μελέτη τοῦ Κ. Μπόνη γιά τήν ὁποία λέγει ὅτι ἀδικεῖ τόν Γεννάδιον ἀποτελεῖ τήν πρώτη προσπάθεια ἀπό Ὀρθοδόξου πλευρᾶς νά καταβιβασθεῖ ἀπό τόν θρόνο τῆς φήμης καί τῆς δόξης, ἐκτιμῶν ὅτι αὐτό εἶναι ἀκατόρθωτο, γιατί ὁ Γεννάδιος εἶναι «μέγα καί ἀνεκτίμητον ἐθνικόν κεφάλαιον μή τόσον εὐκόλως ἀναλώσιμον».
Ἀξίζει πάντως κανείς νά παρατηρήσει ὅτι στό θέμα αὐτό, γιά τήν στάση, τίς ἐνέργειες ἤ τίς παραλείψεις τοῦ Γενναδίου Σχολαρίου κατά τήν ἅλωση, γίνεται ἐπίκληση μιᾶς μαρτυρίας ἱστορικοῦ, πού ἦταν μάλιστα ἀπών καί ἐσχημάτισε γνώμη ἀπό ἀκούσματα ἤ παρακούσματα ἤ ὁμολογιακά πλάσματα τρίτων, καί ἀγνοοῦνται μαρτυρίες τοῦ ἰδίου τοῦ Γενναδίου πού εὑρίσκονται σέ ἀφθονία στά ἱστορικά του ἔργα ἤ εἶναι κατεσπαρμένες στό σύνολο τῶν συγγραμμάτων του. Ἔχομε τήν γνώμη ὅτι τό θαυμάσιο ἔργο τοῦ Ν. Τωμαδάκη «Περί ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως (1453)».

Συναγωγή κειμένων μετά προλόγου καί βιογραφικῶν μελετημάτων περί τῶν τεσσάρων ἱστοριογράφων, Δούκα – Κριτοβούλου – Σφραντζῆ – Χαλκοκονδύλη», πρέπει νά συμπληρωθεῖ μέ τήν δημοσίευση καί τῶν σχετικῶν ἱστορικῶν κειμένων τοῦ Γενναδίου Σχολαρίου. Καί μόνον δύο του κείμενα, ὁ «θρῆνος ἐπί τῆ ἁλώσει τῆς Πόλεως», ὡς καί ἡ «ἐγκύκλιος ἐπί τῆ ἁλώσει τῆς Πόλεως καί τή παραιτήσει ἐκ τῆς πατριαρχείας», ἀρκετά ἐκτενή καί πλούσια σέ πληροφορίες, προερχόμενες μάλσιτα ἀπό ἀνώτατο κρατικό καί Ἐκκλησιαστικό ἀξιωματοῦχο πού ἔζησε καί προσδιόρισε τίς ἱστορικές ἐξελίξεις, δίνουν διαφορετική εἰκόνα ἀπό τήν κατα­σκευασμένη καί προκατειλημμένη τῶν δυτικῶν γραμματολόγων καί ἱστορικῶν καί δικαιολογοῦν τήν ὑψηλή θέση πού πάντοτε εἶχε ὁ μεγάλος αὐτός φιλόσοφος, θεολόγος καί ἡγέτης τῶν ὕστατων χρόνων τοῦ Βυζαντίου στήν διαχρονική συνείδηση τοῦ Γένους. ἡ ἀπουσία αὐτῶν τῶν κειμένων ἀπό τήν ἐκτίμηση τῶν γεγονότων τῆς ἁλώσεως, τά ὁποῖα καί αὐτός ὁ Τωμαδάκης ἀγνοεῖ, γράφων ὅτι «εἶναι δυστύχημα ὅτι ὁ Γεώργιος Σχολάριος δέν ἔγραψε ὁ ἴδιος διά τοῦ καλάμου του ἱστορίαν», ὀφείλεται μάλλον στήν ἔλλειψη παλαιῶν ἐκδόσεων, καί στήν ἀνεπαρκή χρήση καί ἐκμετάλ­λευση τῆς ὀκτάτομης ἔκδοσης τῶν ἁπάντων του (1928-1936), ἀπό τήν νεώτερη ἱστορική καί θεολογική ἔρευνα.

Ἐμεῖς εἴχαμε τήν σπουδαία εὐκαιρία καί εὐλογία στά μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 1970 νά ἀσχοληθοῦμε μέ τόν Γεννάδιο Σχολάριο καί ὅλη τήν ὀρθόδοξη γραμματεία πάνω στήν ὁποία στηρίζεται ἡ θεολογική του σκέψη ἀπό τόν μέγα Φώτιο μέχρι τόν δάσκαλό του Ἅγιο Μάρκο ἐφέσου Εὐγενικό. Ἡ ἐνασχόλησή μας αὐτή κατέληξε στήν σύνταξη μεγάλης μονογραφίας μέ τίτλο «Γεννάδιος Β’ Σχολάριος. Βίος-Συγγράμ­ματα-Διδασκαλία», στήν ὁποία τόν παρουσιάσαμε ὡς τόν τελευταῖο μεγάλο διδάσκαλο καί συγγραφέα τῆς Ἑλληνικῆς ἀνατολικῆς αὐτοκρατορίας καί τόν πρῶτο μεγάλο προφήτη, παιδαγωγό καί ἐθνάρχη τοῦ νεωτέρου Ἑλληνισμοῦ καί ἀποκαλύψαμε τίς σκόπιμες συγχύσεις τῆς δυτικῆς καί τῆς ἰδικῆς μας ἱστοριογραφίας, ἰδιαίτερα ὡς πρός τόν δῆθεν φιλολατινισμό του καί τήν δῆθεν σύγκρουσή του μέ τόν Ἅγιο Μᾶρκο τόν Εὐγενικό, ὡς καί γιά τόν δῆθεν σκοτεινό καί ὕποπτο ρόλο του κατά τήν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ευχαριστούμε, το μήνυμα σας μεταφέρεται άμεσα στους διαχειριστές μας.